Αποσπασματα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΕΦΙΑΛΤΕΣ

 

«ΠΡΟΔΟΤΗ!!!»

Αυτή τη φορά ήταν ο αδερφός μου. Ούρλιαζε δεμένος στο κρεβάτι του. Οι καρποί των χεριών του είχαν ματώσει στην προσπάθεια του να απελευθερωθεί  ενώ  μερικές σταγόνες είχαν ήδη λερώσει το πάτωμα. Τα κατακόκκινα μάτια του με κοιτούσαν με αυτόν τον περίεργο και τρομακτικό τρόπο που σε κοιτάζουν τα μάτια ενός παράφρονα, λες και του έκλεψες τη ζωή.

«Μην έρθεις να με βρεις!» μου είπε ξανά ουρλιάζοντας και μεταμορφώθηκε σε ένα ελάφι με σμαραγδένια κέρατα δραπετεύοντας από το δωμάτιο του φρενοκομείου.

Ξύπνησα με ένα απότομο τίναγμα των χεριών μου που με ξέμπλεξε από τα ζεστά παπλώματα. Άκουγα τον ήχο από την αναπνοή μου να βγαίνει κοφτός και γρήγορος ενώ μπορούσα να μυρίσω τον ιδρώτα που είχε μουσκέψει όλο μου το σώμα. Η ώρα ήταν 6 το πρωί και άλλος ένας εφιάλτης είχε εισβάλλει στο γαλήνιο ύπνο μου. Αυτός ήταν ο ένατος στη σειρά!

Στα 17 του χρόνια ο Neville δεν είχε ποτέ ξανάρθει αντιμέτωπος με εφιάλτες. Κι όμως τον τελευταίο μήνα οι επιθέσεις τους φαίνονταν να κλιμακώνονται εναντίον του κατά τη διάρκεια του ύπνου του.

«Μην έρθεις να με βρεις!». Τι εννοούσε; Θυμήθηκα το ελάφι στο οποίο είχε μεταμορφωθεί. Λίγο πριν χάσει τα λογικά του μιλούσε συνέχεια γι’ αυτά. Μετά άρχισε να πιστεύει πως είναι ο ίδιος ένα ελάφι.

«Μην έρθεις να με βρεις»… Αυτό ήταν!

Με μια αστραπιαία κίνηση σηκώθηκα από το κρεβάτι μου. Πλησίασα την πόρτα του δωματίου  και αφού την άνοιξα με μια αθόρυβη κίνηση  προχώρησα με αργά διστακτικά βήματα προς τη σοφίτα. Το πάτωμα ήταν υγρό και κρύο αναγκάζοντας τα πόδια μου να κάνουν μικρές και γρήγορες κινήσεις.

Άνοιξα τη σκάλα, που σε ανέβαζε στο επάνω μέρος του σπιτιού, και αυτή ξεδιπλώθηκε προς τα κάτω με ένα απαλό τρίξιμο. Άναψα μια σκονισμένη λάμπα πετρελαίου και άρχισα να ψάχνω μες το σκονισμένο πατάρι. Μετά από μερικά λεπτά η αναζήτησή μου είχε τελειώσει. Μέσα σε μια κούτα με ξεχασμένα παιχνίδια βρισκόταν ένα πλαστικό ελάφι με τα ίδια σμαραγδένια κέρατα.

Το περιεργάστηκα για λίγο. Ήταν πορτοκαλί με χοντρές λευκές κηλίδες και καστανά μάτια. Η παιδικότητά του όμως έμοιαζε να έχει χαθεί. Φαινόταν να με κοιτάζει με οργή και μίσος.

-Μα τι στο! ….

Μία ξύλινη σανίδα έσπασε, έχασα την ισορροπία μου και βρέθηκα με τα μούτρα στο πάτωμα.

«Τουλάχιστον αύριο είναι Σάββατο!» σκέφτηκα και έφυγα πετώντας σε μια άκρη το πλαστικό ελάφι. Γύρισα στο δωμάτιο μου με γρήγορα βήματα και ξάπλωσα ξανά…

Πήγαιναν πέντε χρόνια από τότε που αναγκαστήκαμε να στείλουμε τον Jason, το μεγαλύτερο αδερφό μου, στο φρενοκομείο. Ήταν παραπάνω από έξυπνος και ταλαντούχος. Πρώτος στα μαθήματα αλλά και από τους καλύτερους στο ποδόσφαιρο. Ούτε οι γιατροί δεν μπορούσαν να εξηγήσουν πως ήταν δυνατόν να καταστραφεί ένα τόσο δυνατό μυαλό.

Πέντε χρόνια λοιπόν. Εμένα όμως μου φαινόταν πως μόλις χθες ήταν που τον συνοδέψαμε, εγώ και ο πατέρας μου, στο φρενοκομείο. Η μητέρα μου δεν άντεχε να έρθει μαζί μας. Εκείνη τη μέρα θρηνούσε σαν ο αδερφός μου να είχε σκοτωθεί. Ίσως και να το είχε κάνει, αφού τίποτε δε θύμιζε τον ταλαντούχο Jason, παρά μόνο το σώμα του. Καμιά φορά ένοιωθα τη σκιά του να στοιχειώνει το σπίτι.

Ευτυχώς δεν κινδύνευα να χάσω κάποιον άλλον αδερφό αφού ήμασταν μονάχα εμείς οι δύο. Για χρόνια όμως φοβόμουνα πως κάποια στιγμή θα ακολουθούσα κι εγώ τον αδερφό μου.

«Μην έρθεις να με βρεις!»…

Έκλεισα τα μάτια μου και ξανακοιμήθηκα…

Όταν ξύπνησα ήταν 9:20  και αυτή τη φορά ήταν εξαιτίας του υπενθυμητικού κουδουνίσματος του ρολογιού που κρεμόταν στον απέναντι τοίχο. Πετάχτηκα κατευθείαν από το κρεβάτι μου και άρχισα αμέσως να ντύνομαι. Μόλις τελείωσα άρπαξα τη τσάντα μου, κατέβηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα τη μαρμάρινη σκάλα κι άρχισα να τρέχω για να μην αργήσω, για άλλη μια φορά, στη σχολή μου. Έμεναν μόλις δέκα λεπτά.  Η γονείς μου θα έπρεπε να είχαν φύγει για τη δουλειά.

Οι γονείς του Neville, η κυρία Dominic  και ο κύριος James, δούλευαν σε ένα μετεωρολογικό σταθμό,  όπου μαζί και με τη βοήθεια άλλων επιστημόνων μελετούσαν ακραία καιρικά φαινόμενα.

 

Είχα προλάβει να φτάσω εγκαίρως στη σχολή μου. Εκεί όπου για άλλη μια φορά  θα άναβαν φωτιές οι συζητήσεις και τα μαθήματα θα προσπαθούσαν να μοιάσουν στους εφιάλτες μου. Εκεί όπου θα ξανάβλεπα  για μια ακόμη φορά τη Νεφέλη…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΦΩΤΙΑ

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Αυτή τη φορά ονειρεύτηκα τη Νεφέλη με το κάτασπρο δέρμα της και τα ανάλαφρα χέρια της  κλεισμένη μες την αγκαλιά μου, να με κοιτάζει με αυτό το πειρακτικό και μεθυστικό χαμόγελο στα χείλη της και έπειτα να στηρίζει απαλά  το πρόσωπό της στο δικό μου. Τα χείλη μου πέσανε πάνω στα δικά της. Το φιλί μας κράτησε δευτερόλεπτα, δευτερόλεπτα που εμένα μου φάνηκαν αιώνες  κι έπειτα, για μια στιγμή που έμοιαζε να κρατάει αιώνια, τα μάτια μας έμοιαζαν σε βετεράνων εραστών. Αμέσως μετά η νεανική αθωότητα,   που λάτρευα τόσο όσο και την ενήλικη ωριμότητα στη Νεφέλη γύρισαν και πάλι πίσω στο πρόσωπό της.

Ήμασταν στην παραλία Nun’s. Το πάρτι θα έπρεπε να είχε τελειώσει αφού ήμασταν μόνο οι δυο μας. Αγκαλιά, παρέα με τη φωτιά. Με τις ατίθασες  και ποικίλες μύτες που σχημάτιζε, τις σπίθες που ξεπετάγονταν χορεύοντας στο ρυθμό που φυσούσε το απαλό αεράκι, τα χρώματα που έπαιρνε, αλλού έντονα και αλλού λιγότερο.

Τότε ένιωσα τη φωτιά να ανάβει ξανά μέσα στα μάτια μου. Αυτή τη φορά θα ορκιζόμουνα ότι η αίσθηση της κάψας ήταν αληθινή.

Πετάχτηκα από το κρεβάτι μου με τέτοια δύναμη που βρισκόμουν κιόλας όρθιος στο πάτωμα, ουρλιάζοντας από την  αίσθηση της κάψας στα μάτια μου, ελπίζοντας να μη με έχει ακούσει κανείς. Είχα ακόμα την εικόνα της φωτιάς ξεκάθαρη στο μυαλό μου, έτσι ακριβώς όπως την είχα φανταστεί στο όνειρό μου.  Τα μάτια μου καίγανε! Καίγανε τόσο πολύ που δεν μπορούσαν να το αντέξω ενώ στο μυαλό μου είχε κολλήσει η φωτιά! Με έκαιγε κι εγώ δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να την αποφύγω!

«Φωτιά!» φώναξα μην αντέχοντας άλλο την αίσθηση της κάψας στα μάτια μου απλώνοντας το χέρι μου προς τα εμπρός σα να ’θελα  να τη σταματήσω.

Αυτή αμέσως ζωντάνεψε και όλο το δωμάτιο γέμισε με φλόγες. Μετά από ένα δευτερόλεπτο τίποτα, είχε εξαφανιστεί! Δεν υπήρχε ούτε ίχνος καπνού! Κοίταζα, μη μπορώντας να πιστέψω, τις μαυρισμένες γωνίες των τοίχων και τις  αγαπημένες μισοκαμένες αφίσες μου με τους μεγαλύτερους δρομείς όλων τον εποχών! Αυτά, μαζί με την αποπνικτική μυρωδιά και μερικά μικρά, καμένα αποκόμματα χαρτιού που αιωρούνταν στο χώρο, ήταν τα μόνα αποδεικτικά στοιχεία που επιβεβαίωναν πως η φωτιά πράγματι υπήρξε!

«Όχι! Αυτά τα πράγματα δε γίνονται! Δεν είμαι τρελός! Όχι! Δεν μπορεί να συμβαίνει στ’ αλήθεια αυτό!»

Έτρεξα στο μπάνιο για να πλυθώ ελπίζοντας πως όταν επέστρεφα  όλα  θα  ήταν όπως πρώτα. Όλα θα ήταν ένας ακόμα κακός εφιάλτης. Τα μάτια μου έκαιγαν ακόμη. Τα έπλυνα με άφθονο νερό ελπίζοντας να ξυπνήσω από αυτό το κακό όνειρο. Δεν ήμουν τρελός! Απλά έβλεπα άλλον έναν εφιάλτη!

Γύρισα στο δωμάτιό μου και άνοιξα διστακτικά την πόρτα. Τίποτα! Δεν υπήρχε ίχνος του μέχρι πριν λίγο πυρπολημένου δωματίου! Οι αφίσες ήταν ατσαλάκωτες σαν καινούριες, το χρώμα των τοίχων πιο λαμπερό από ποτέ και όλα τα πράματά μου βρίσκονταν σε μια τέτοια  τάξη, που θα χρειαζόμουν το λιγότερο μία ώρα συγυρίσματος για να το πετύχω.

Μα ήμουν σίγουρος πως… Δεν είχε σημασία. Είχα δίκιο. Ήταν εφιάλτης. Ξαφνικά ένιωθα πολύ κουρασμένος. Έπεσα στο κρεβάτι και αυτή τη φορά ο ύπνος μου ήταν ένα μαύρο κενό. Χωρίς όνειρα και εφιάλτες, έτσι ακριβώς όπως τον ήθελα…

[…]

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΗΜΑΔΙ

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

[…]

 

«Όλα θα πάνε καλά, αγάπη μου, μην ανησυχείς».

«Δε θέλω να πεθάνεις για μένα, Neville».

«Δε θα πεθάνω, κι ακόμα κι αν πεθάνω θα πεθάνω για μας».

«Neville, μη! Σε παρακαλώ! Δε θα το αντέξω!»

Αυτή τη φορά η Νεφέλη δεν κρατούσε ούτε σπαθί, ούτε μου φώναζε να φύγω. Καθόμασταν αγκαλιασμένοι περιμένοντας για κάτι που απειλούσε και τους δυο μας.

Η εικόνα έσβησε καθώς τελείωνα τη φράση της.

Δεν ήξερα γιατί, γιατί δε μπορούσα έστω και για μια φορά να δω ένα ευχάριστο όνειρο. Είχε αρχίσει να εξαντλεί την υπομονή μου.  Περίμενα καρτερικά μέχρι τις 7:00 και ύστερα έπιασα ανυπόμονος στα χέρια μου το κινητό  μου.

-Έλα Νεφέλη, τι κάνεις;

-Καλά, περιμένω ακόμα εκείνη την υπόσχεση που μου έδωσες.

-Ωραία, σύντομα η αγωνία σου θα λάβει τέλος! Τι θα έλεγες να βρεθούμε κατά τις 8:00;

-Ναι είναι μια χαρά. Μπορώ να έχω καμιά πληροφορία για το τι θα ήταν προτιμότερο να φορέσω;

-Μμμμ, κάτι ζεστό σίγουρα!

-Ωραία, που θα βρεθούμε;

-Τι θα έλεγες να σε πάρω από το σπίτι σου;

-Μια χαρά μου ακούγεται! Θα σε περιμένω.

Η ώρα δεν άργησε να περάσει κι εγώ δε δυσκολεύτηκα να πάρω την άδεια από τον πατέρα μου για να χρησιμοποιήσω το αμάξι. Η ώρα τώρα ήταν 8:00 και εγώ βρισκόμουν έξω από το σπίτι της Νεφέλης. Τα δάχτυλά μου χτυπούσαν νευρικά πάνω στο τιμόνι. Η Νεφέλη φάνηκε δέκα λεπτά αργότερα κι εγώ βγήκα αμέσως για να την χαιρετήσω. Ίσως να μην ήταν αναγκαίο αλλά δε θα έχανα την ευκαιρία να κερδίσω ένα φιλί, έστω και φιλικό, και να χαθώ στο εθιστικό απαλό δέρμα του προσώπου της.

-Γεια σου Neville!

-Καλησπέρα Νεφέλη!

-Λοιπόν, πώς σου φαίνομαι; Ντύθηκα κατάλληλα;

-Είσαι υπέροχη! Και σίγουρα δε θα κρυώσεις, οπότε είμαστε εντάξει.

Η Νεφέλη είχε ισώσει τα μαλλιά της και αυτά έπεφταν με χάρη χαϊδεύοντας το γαλήνιο πρόσωπό της που έμοιαζε πιο λευκό από ποτέ. Τα φωτεινά καστανά της μάτια γυάλιζαν μες το σκοτάδι. Είχε φορέσει ένα ζεστό μαύρο παλτό ενώ από μέσα μπορούσα να διακρίνω ένα εντυπωσιακό κόκκινο φόρεμα που  άναβε φωτιές!

-Ωραία! Χαίρομαι!

Η Νεφέλη μπήκε στο αμάξι και ξεκινήσαμε.

-Πού πάμε;

-Θα δεις!

-Δεν πιστεύω να θες να με απαγάγεις!

-Μμμ, ομολογώ πως αν και πολύ δελεαστική ιδέα δεν είναι τα σχέδιά μου για απόψε. Ίσως μια άλλη φορά!

-Εντάξει! Είπε η Νεφέλη χαμογελώντας.

-Λοιπόν! Εδώ είμαστε!

-Πού δηλαδή;

-Βρισκόμαστε λίγο έξω από το Portland αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Το βλέπεις αυτό το θεόρατο κτήριο εκεί πέρα; Αυτό έχει σημασία!

-Τι είναι αυτό το κτήριο;

-Είναι το κτήριο όπου δουλεύει ο πατέρας μου. Αλλά μπορεί να γίνει πολύ πιο ενδιαφέρον και δελεαστικό απ’ ότι φαίνεται!

Προχωρήσαμε και φτάσαμε σε μια πλαϊνή πόρτα. Χρειάστηκε να τη χτυπήσω με λίγο περισσότερη από το φυσιολογικό δύναμη για να ανοίξει. Μπήκαμε μέσα βιαστικά και κατευθυνθήκαμε μέσα από τους σκοτεινούς διαδρόμους προς το κοντινότερο ασανσέρ.

-Σίγουρα δεν είναι επικίνδυνο;

-Μην ανησυχείς! Το έχω κάνει αμέτρητες φορές!

Φτάσαμε στον τελευταίο όροφο.

-Από εδώ, έλα.

Ανεβήκαμε μερικά σκαλιά μέχρι να φτάσουμε σε μια μικρή σιδερένια πόρτα. Δε χρειαζόταν ιδιαίτερη δύναμη για να την ανοίξεις. Την άνοιξα και βγήκαμε στην οροφή του κτηρίου.

-Είναι υπέροχα! Είπε η Νεφέλη χαζεύοντας τη θέα.

»Μπορείς να δεις όλη την πόλη να ξεδιπλώνεται σαν ένα φωτεινό χαλί στα πόδι σου.

-Χαίρομαι που σου αρέσει αλλά αυτό είναι ένα κομμάτι της έκπληξης παρά η ίδια η έκπληξη.

-Τι; Έχει κι άλλο δηλαδή;

-Φυσικά! Έλα, από εδώ…

Προχωρήσαμε προς τα δεξιά μέχρι την επόμενη γωνία.  Εκεί υπήρχε ένα τραπέζι στρωμένο με ένα λευκό εμπριμέ τραπεζομάντηλο. Δυο ποτήρια με κόκκινο κρασί βρίσκονταν δίπλα από τα δυο ψηλά κεριά που περίμεναν για να μας χαρίσουν το φως τους.

-Πιστεύω πως από εδώ έχει καλύτερη θέα. Τι λες;

Η Νεφέλη προχώρησε ως την άκρη για να μπορέσει να απολαύσει καλύτερα τη θέα.

-Είναι… Είναι μαγικό!

Το απαλό αεράκι που φυσούσε έπαιζε παιχνιδιάρικα με τα μαλλιά της αφήνοντας γλυκά χάδια στην κάτασπρη επιδερμίδα της. Αυτή ως αντάλλαγμα του χάριζε το απαλό άρωμα της για να μεταφέρει παντού αυτή την θεσπέσια μυρωδιά από βασιλικό ανακατεμένο με απαλές νότες γιασεμί και τριαντάφυλλου.

-Λοιπόν θα το δοκιμάσεις; Της είπα προσφέροντας της το ποτήρι με το κρασί.

-Ναι, οπωσδήποτε!

-Πώς σου φαίνεται;

-Πρέπει να παραδεχτώ πως ξέρεις να τηρείς τις υποσχέσεις σου! Και ευτυχώς που μου είπες να φορέσω κάτι ζεστό!

-Κρυώνεις;

-Όχι πολύ! Είμαι εντάξει!

Θα ‘θελα πολύ να μου δώσει μια αφορμή για να περάσω το χέρι μου γύρω από τους ώμους της αλλά η απάντησή της δε μου έδινε πολλά περιθώρια.

»Χαίρομαι πολύ που με έφερες εδώ.

-Χαίρομαι πολύ που είσαι μαζί μου!

-Και ο λόγος για όλα αυτά να φανταστώ πως είναι να μου αλλάξεις την πολύ κακή διάθεση που είχα το πρωί, σωστά;

-Ίσως. Ίσως κι όχι.

Ήθελα τόσο  πολύ να της πω πόσο ερωτευμένος ήμουν μαζί της αλλά δεν μπορούσα. Δεν μπορούσα! Δείλιαζα, ήμουν σίγουρος για την αρνητική απάντηση αλλά κυρίως δεν το πίστευα. Ότι δηλαδή θα μπορούσε να είναι θετική. Έτσι για άλλη μια φορά έκανα πίσω και αρκέστηκα σε αυτό που είχα με την πιο χαζή απάντηση που θα μπορούσα να δώσω.

Η ώρα πέρασε πολύ πιο γρήγορα από όσο φοβόμουν ότι θα περάσει. Έτσι αναγκαστήκαμε  να γυρίσουμε. Είχα την ευτυχία να απολαύσω ακόμα ένα από τα εθιστικά φιλικά φιλιά της Νεφέλης. Τώρα πρέπει να ήταν γύρω στις 1:00 το βράδυ. Είχα μείνει να κοιτάζω την ξύλινη μορφή της Νεφέλης.

Δεν είχα καμία όρεξη να πάω για εξάσκηση αλλά δεν έπρεπε να χαλαρώσω. Δεν πίστευα ότι θα υπήρχε κάτι που θα απειλούσε και τους δυο μας, απλούστατα επειδή μέχρι σήμερα όλοι οι εφιάλτες είχαν αποδειχτεί ψευδείς.

Σηκώθηκα με μισή καρδιά και πήγα στο δάσος όπου ήμουνα και χθες. Σχεδόν λυπόμουνα τα καημένα τα δέντρα.

Φαντάστηκα όλο το δάσος.

«ΠΑΓΩΣΕ!»

Ήταν λες και με είχε χτυπήσει νταλίκα με διακόσια χιλιόμετρα την ώρα. Εκσφενδονίστηκα προς τα πίσω διαλύοντας τον κορμό ενός δέντρου που βρισκόταν πίσω μου.

Μπορούσα να τους δω! Μερικά μέτρα μακριά μου. Ήταν εκεί! Έτοιμοι να μου επιτεθούν…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16

ΦΤΕΡΑ

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Δεν ήξερα πού πήγαινα. Έτρεχα με ιλιγγιώδη ταχύτητα σαν να ’θελα να ξεφύγω από κάποιον ατέλειωτο εφιάλτη. Προσπαθούσα να σκεφτώ έναν προορισμό, ένα μέρος που να με τραβούσε σαν μαγνήτης.

Προσπαθούσα να μη σκέφτομαι τη Νεφέλη. Προσπαθούσα να μη σκέφτομαι τα λεπτά κρυστάλλινα δάκρυα που είχαν χαράξει το βελούδινο πρόσωπό της όταν της είχα πει πως θα έπρεπε να λείψω για αρκετό διάστημα. Τους λυγμούς της μέσα στην αγκαλιά μου, ζητώντας μου συγνώμη, πιστεύοντας ότι αυτή έφταιγε, παρακαλώντας να την πάρω μαζί μου.

«Θα γυρίσω πριν τα γενέθλιά σου». Είχε ακουστεί τόσο σαν υπόσχεση όσο και σαν προσευχή.

Ήξερα πως δεν είχα όλο το χρόνο δικό μου. Είχαν περάσει ήδη δέκα μέρες. Έμεναν μόλις δεκαοχτώ ακόμα Θα συνέχιζε άραγε να μ’ αγαπά όπως κι εγώ; Προσπαθούσα να κρατάω έξω απ’ το κεφάλι μου αυτές τις σκέψεις. Όλα έμοιαζαν με μια φωτιά που άλλοτε ήτανε σιγανή και μπορούσα να την τιθασέψω κι άλλοτε    φούντωνε κι έμοιαζε αχαλίνωτη και με παρέσερνε μαζί της.

Είχα σταματήσει για λίγο καιρό στην Ελλάδα. Τόσοι σπουδαίοι μύθοι, άνθρωποι που φώτισαν και πήγανε μπροστά τον κόσμο, μια ιστορία ίσως μεγαλύτερη από οποιανδήποτε άλλη κι ένα όνομα, «Νεφέλη».

Όλα στη ζωή μου είχαν συνδεθεί με αυτό το όνομα, ένα καθαρά ελληνικό όνομα. Πίστευα πως κάπου μέσα σ’ αυτό το ξακουστό κράτος θα έβρισκα κάτι κατάλληλο για προστάτη. Είχα ακούσει πολλές φορές τους γονείς μου να μιλούν για σπουδαίους Έλληνες του αρχαίου κόσμου και άλλες σημαντικές προσωπικότητες. Τα ονόματά τους έμοιαζαν τόσο ηχηρά που είχα καταφέρει να συγκρατήσω τα περισσότερα: Μέγας Αλέξανδρος, Περικλής, Αριστοτέλης, Σωκράτης, Πλάτωνας, Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Ξενοφών, Ιπποκράτης και τόσα άλλα.  Η αρχαία Ελλάδα ήταν η πρωτεύουσα του πολιτισμού και του πνεύματος. Κάπου εκεί έπρεπε να βρίσκεται κρυμμένος ο προστάτης μου. Αντίθετα όμως με τις προσδοκίες μου δεν κατάφερα να βρω κάποιο κατάλληλο πνεύμα για προστάτη. Κι όμως! Βρισκόταν εκεί το ένιωθα!

Συνέχισα, θέλοντας και μη, ανατολικά ελπίζοντας πως εκεί θα έβρισκα αυτό που ζητούσα· ο χρόνος περνούσε κι εγώ έπρεπε να βιαστώ. Δεν στάθηκα τυχερός. Το μόνο που κατάφερα ήταν να χάσω άλλες δέκα μέρες.

Τώρα βρισκόμουν στην Ιαπωνία. Καθόμουνα σε ένα μαρμάρινο παγκάκι χαζεύοντας ένα ποτάμι που έτρεχε μπροστά απ’ τα πόδια μου με χιλιάδες λευκά και ροζ άνθη να έχουν καλύψει την έκτασή του. Μια γλυκιά απαλή μυρωδιά ήταν διάχυτη στην ατμόσφαιρα. Ένας βιολιστής πουλούσε την τέχνη του λίγο πιο πέρα παίζοντας κάποια ασυνήθιστη μελωδία, αδιαφορώντας για το τσουχτερό κρύο του Δεκέμβρη. Λαχταρούσα τόσο πολύ να γυρίσω πίσω, να αντικρίσω τη Νεφέλη έστω κι από μακριά. Ο χρόνος όμως έτρεχε εναντίον μου.

«Είναι όλα κρυστάλλινα, κύριε, σας το ορκίζομαι! Είναι το τέλειο δώρο για μια κυρία ή και για εσάς τον ίδιο ακόμα».

Ένας πλανόδιος γέροντας, με ένα παμπάλαιο, ταλαιπωρημένο, ξύλινο, καροτσάκι που οι ρόδες του έτριζαν με μια πνιχτή κραυγή στο κύλισμα, μου έδειχνε την πραμάτεια του. Τα ρούχα του ήταν ξεσκισμένα ενώ ο ίδιος μύριζε έντονα, με μια μυρωδιά όμως που δεν θα μπορούσες να την πεις ενοχλητική. Τα παπούτσια του, σκούρα καφέ, ήταν τρυπημένα και τόσο λεπτά που θα ορκιζόσουν  πως το πόδι του πατούσε σχεδόν γυμνό επάνω στο παγωμένο έδαφος.

Τα μάτια μου εστίασαν πάνω σε δυο κρυστάλλινα φτερά. Αυτός αντιλήφθηκε την κίνηση των ματιών μου και άρχισε να μιλά με θαυμασμό κι έπαρση για το εμπόρευμά του.

-Ω! πολύ όμορφο κομμάτι, κύριε, εξαίρετη επιλογή! Τα είχε φτιάξει η γυναίκα μου λίγο πριν πεθάνει.

»Τα φτερά συμβολίζουν την ελευθερία καθώς και τη νοσταλγία, κύριε, συνέχισε προσπαθώντας να διακρίνει αν είχα πραγματικά σκοπό να τα αγοράσω.

-Φτερά! Φτερά είναι αυτό που χρειάζομαι! φώναξα κι εκείνη τη στιγμή η φωτιά άναψε μέσα μου…

Ήταν η πρώτη φορά που ήξερα προς τα πού έτρεχα. Κρατούσα σφιχτά στα χέρια μου τα κρυστάλλινα φτερά που μου είχε πουλήσει ο γέροντας, ενώ προσπαθούσα να αναλογιστώ πόσο χρόνο είχα χάσει περιπλανώμενος από εδώ και από εκεί.

‘Ήμουνα πλέον σίγουρος για τον προστάτη μου. Το πρώτο μου επίτευγμα. Φωτιά! Και ο μεγαλύτερος φόβος μου. Η πτήση! Υπήρχε μονάχα ένα πράγμα που να συνδυάζει φωτιά και φτερά, βαθιά κρυμμένο μέσα στους μύθους.

Μέσα σε μια μέρα είχα ήδη επιστρέψει στην Ελλάδα. Τώρα ήξερα ακριβώς τι ζητούσα! Δεν υπήρχε μέρος που να μην έψαξα αναζητώντας το μυθικό πουλί. Τίποτα! Το μυθικό πουλί των Αρχαίων Ελλήνων δεν βρισκόταν πουθενά.

Είχαν περάσει είκοσι δύο μέρες, έπρεπε να βιαστώ! Ήμουν σίγουρος πως εδώ πέρα θα ’βρισκα τον προστάτη μου αλλά αυτός φαινόταν να μη βρίσκεται πουθενά. Συνέχισα να τον αναζητώ σαν μανιασμένος μέσα σε σπήλαια, βουνά και ότι άλλο μπορεί να βάλει ο νους σου.

Βρισκόμουν στον Όλυμπο, το βουνό των αρχαίων Θεών. Ο ουρανός εκεί ήταν πιο καθαρός και γαλανός από οπουδήποτε αλλού. Αγνάντεψα το απέραντο γαλάζιο και τις καταπράσινες πλαγιές του βουνού. Το βουνό γέμιζε τα ρουθούνια σου με τη δική του περίεργη και μοναδική μυρωδιά. Δεν είχα συναντήσει πουθενά αλλού κάποια παρόμοια. Ξαφνικά η ματιά μου αιχμαλωτίστηκε στη θέα μιας στενής χαραμάδας ανάμεσα στους απότομους βράχους του βουνού. Με μια πρόχειρη ματιά φαινόταν να μην οδηγεί πουθενά, όμως εγώ ένιωθα κάτι εκεί μέσα να με καλεί. Πλησίασα· η χαραμάδα ήταν αρκετά στενή για να χωρέσω. Τα νύχια μου πήραν τη θέση τους και άρχισα να χτυπάω με δύναμη το βράχο. Σύντομα το άνοιγμα μεταξύ των βράχων ήταν αρκετό ώστε να χωρέσω, έστω και με δυσκολία.

Το άνοιγμα πράγματι οδηγούσε σε μια εσωτερική σπηλιά. Συνέχισα να περπατώ ανάμεσα από τα βράχια πνιγμένος μέσα στο πηχτό σκοτάδι μέχρι που έφτασα σε ένα μικρό άνοιγμα. Μια μικρή, πορφυρή λάμψη βρισκόταν στο τέλος της σπηλιάς. Δεν ήταν φλόγα. Ήταν μια λάμψη που έμοιαζε να έρχεται από το πουθενά. Πλησίασα κι άγγιξα προσεκτικά με την άκρη των δαχτύλων μου τη πορφυρή λάμψη. Τότε τρία πράγματα έγιναν ταυτόχρονα: Ένας στρόβιλος φωτιάς με κύκλωσε· μια έξαρση δυνάμεων άρχισε να με καταλαμβάνει και τα μάτια μου άναψαν σαν αληθινή φωτιά, ενώ ο πόνος ήτανε αφόρητος. Αμέσως μετά εκσφενδονίστηκα προς τα πίσω βγάζοντας μια τρομακτική κραυγή πόνου. Έπεσα με δύναμη στο βράχο πίσω και μετά σωριάστηκα στο έδαφος.

Είχα να νιώσω τα μάτια μου να καίνε έτσι από το βράδυ στη παραλία Nun’s. Ήταν τότε που δεν μπορούσα ακόμα να ελέγξω τις δυνάμεις μου. Ακριβώς την ίδια αίσθηση είχα και τώρα. Ένιωθα δυνατός, πολύ περισσότερο απ´ ότι συνήθως. Κι όμως αυτό με παρέλυε.

Ήξερα πως δεν είχα διαλέξει λάθος προστάτη. Ήμουν σίγουρος πως αυτός ακριβώς προοριζόταν για μένα.

«Φοίνικα!» Οι λέξεις έφτασαν μόνες τους στα χείλη μου και η φωνή μου ακούστηκε πιο βραχνή απ’ ότι συνήθως.

Με το τελείωμα της φράσης μου φλόγες άρχισαν να ξεπετάγονται απ’ όλο μου το σώμα. Ένιωθα την πλάτη μου να βαραίνει και μια απίστευτη κόπωση να με καταβάλλει. Ξαφνικά το βάρος μου έμοιαζε ασήκωτο και τα πόδια μου έτοιμα να λυγίσουν. Έπεισα όμως τον εαυτό μου να παραμείνει όρθιος. Δεν τα κατάφερα παρά μόνο για λίγα δευτερόλεπτα. Αμέσως μετά έπεσα αναίσθητος στο έδαφος.

Πρέπει να ξύπνησα μερικές ώρες αργότερα.

Είχα να κοιμηθώ πάνω από δεκαπέντε μέρες. Μου είχε πραγματικά λείψει η αίσθηση του να χαλαρώνεις και να τα ξεχνάς όλα για λίγο. Ευτυχώς κανένας απρόσκλητος εφιάλτης δεν είχε παραβιάσει τον ύπνο μου. «Φαίνεται πως είμαι πολύ μακριά για να με βρουν!» σκέφτηκα και χαμογέλασα.

Έπρεπε να κυνηγήσω. Βγήκα από τη σπηλιά. Το λαμπερό φως του ήλιου τύφλωσε τα μάτια μου. Άρχισα να ψάχνω για ελάφια. Τώρα μπορούσα να τα πλησιάσω με ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα και να είμαι πιο ακριβής στα χτυπήματά μου. Όλα έμοιαζαν να λειτουργούν εκατό φορές καλύτερα από πριν. Παρόλο που είχα σκοτώσει τέσσερα ελάφια το ασήμι δε με είχε βοηθήσει καθόλου.

-Με συγχωρείτε, τι μέρα είναι; Ρώτησα ένα βοσκό που συνάντησα πάνω στο βουνό.

-Τρίτη.

-Και πόσο του μηνός έχουμε;

-Είκοσι μία Δεκεμβρίου!

Δεν είχα κοιμηθεί μερικές ώρες αλλά 2 ολόκληρες ημέρες και τώρα απέμεναν μόλις τέσσερεις ακόμα για τα γενέθλια της Νεφέλης.

»Ωραία μέρα σήμερα ε; συνέχισε ο βοσκός.

-Όχι για εσένα!

Τα νύχια μου εμφανίστηκαν αστραπιαία και την επόμενη στιγμή είχαν καρφωθεί στο στήθος του. Ο βοσκός άφησε μια σιγανή κραυγή τρόμου καθώς έπεφτε νεκρός στο έδαφος.

«Για… Γιατί;…» ψιθύρισε προτού να ξεψυχήσει.

Δεν ήξερα τι μου συνέβαινε. Δεν μπορεί να είχα σκοτώσει έτσι κάποιον τυχαίο άνθρωπο. Κοίταζα ξανά και ξανά τον σκοτωμένο βοσκό πνιγμένο μέσα στο αίμα του και δεν μπορούσα να το πιστέψω. Τα πόδια μου είχαν παγώσει. Δεν μπορούσα να σκεφτώ κάποιο λόγο που με είχε ωθήσει να το κάνω αυτό. Δεν μπορεί να το είχα κάνει εγώ αυτό! Τότε θυμήθηκα τα λόγια του Fred:

«Άμα αιχμαλωτίσεις κάποιο σατανικό πνεύμα τότε θα χάσεις τον εαυτό σου  και θα μετατραπείς σε ένα όπλο θανάτου».

[…]

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19

ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

[…]

Δίχως να περιμένουμε ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω εκτοξευτήκαμε με δύναμη ο ένας προς την πλευρά του άλλου. Ήταν γρήγορη, αρκετά γρήγορη! Με μικρές, άριστα μετρημένες, κινήσεις κατάφερνε κομψούς ελιγμούς γύρω από τα χτυπήματά μου, ενώ ταυτόχρονα εξαπέλυε τα δικά της. Εγώ, καθοδηγούμενος  από τον πιο έμπειρο Φοίνικα μέσα μου, απέφευγα πάντοτε την τελευταία στιγμή το χτύπημά της και συνέχιζα δίχως σταματημό την επίθεση στον ίδιο φρενήρη ρυθμό. Πολύχρωμες σπίθες ξεπετάγονταν από τις βίαιες συγκρούσεις των νυχιών μου με το σπαθί της.

Το μαρμάρινο πάτωμα πάγωσε. Η Dorothy έχασε την ισορροπία της αλλά όχι και την αυτοσυγκέντρωσή της. Όρμησα προς το μέρος της. Γλίστρησα και σύρθηκα μέχρι να φτάσω δίπλα της. Το χέρι μου απλώθηκε και τα νύχια μου εκτοξεύτηκαν απειλητικά προς το μέρος της. Η Dorothy που είχε χάσει την ισορροπία της έπεσε με το βάρος της προς τα πίσω και σύρθηκε προς το μέρος μου. Τη στιγμή που τα νύχια μου ήταν έτοιμα να χτυπήσουν το σώμα της αυτή ξάπλωσε με μια επιδέξια κίνηση στο παγωμένο πάτωμα απλώνοντας το σπαθί της προς το μέρος μου. Τα νύχια μου συγκρούστηκαν με το σπαθί της αφήνοντας έναν δυνατό κρότο. Γλιστρήσαμε ο καθένας μερικά ακόμα μέτρα μακριά. Σηκωθήκαμε και στραφήκαμε ξανά ο ένας προς τον άλλον.

Ούτε και αυτήν τη φορά κατάφερα να την αιφνιδιάσω. Η Dorothy κατάφερε να ελιχθεί ταχύτατα ανάμεσα από τις ρωγμές που άνοιγαν στο έδαφος. Εξαπέλυσε το δικό της χτύπημα μόλις είχε φτάσει σε απόσταση μερικών μέτρων. Εγώ απέκρουσα το σπαθί της με το δεξί φτερό μου και προσπάθησα να βρω στόχο με τα νύχια μου. Για μια ακόμη φορά αποδείχτηκε  υπερβολικά γρήγορη αποφεύγοντας το χτύπημά μου.

Το έδαφος ήταν γλιστερό όπως και πριν. Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν παγωμένο. Λάδι είχε καλύψει το μαρμάρινο πάτωμα.

-Δεν το δοκίμασες ήδη μια φορά αυτό Φοίνικα;

-Όχι! Αυτό είναι καινούργιο!

Καθώς η Dorothy εκτοξευόταν ξανά προς το μέρος μου εγώ έσκυψα ακουμπώντας το έδαφος με μια σκέψη στο μυαλό μου.

«Φωτιά!»

Δεν μπορούσα να στοχεύσω τη Dorothy. Δεν ίσχυε όμως το ίδιο και με το λαδωμένο έδαφος. Αυτό άρπαξε αμέσως φωτιά τυλίγοντας μαζί και την Dorothy. Χαμογέλασα πιστεύοντας πως η μάχη είχε τελειώσει. Η Dorothy φάνηκε έπειτα από λίγα δευτερόλεπτα να ξεπετάγεται μέσα από τις φλόγες περιστρεφόμενη με ιλιγγιώδη ταχύτητα γύρω από τον εαυτό της. Καθώς περιστρεφόταν με τέτοια ταχύτητα είχε δημιουργηθεί ένα στρόβιλος αέρα γύρω της, αρκετά δυνατός και μεγάλος ώστε να μην κινδυνεύει να καεί.

«Πρέπει να με εμπιστευτείς!» μου είπε ο Φοίνικας.

«Κι η Νεφέλη;»

«Δεν θα προλάβει να τη σκοτώσει ο Antony, σου το υπόσχομαι!»

«Προς Θεού! Έχει την ταχύτητα του φωτός!!»

«Θα το νιώσει πριν προλάβει να αντιδράσει! Όλοι θα το νιώσουν. Πρέπει να με εμπιστευτείς!»

Μέχρι τώρα οι αποφάσεις του Φοίνικα είχαν αποδειχτεί σωστές αλλά αυτό που μου ζητούσε να επιχειρήσουμε ήταν υπερβολικά ριψοκίνδυνο και τελείως αβέβαιο.

«Δεν θα μπορέσει να αντισταθεί, Neville!»

Ενώ είχα πάρει μερικά μέτρα απόστασης από την Dorothy προσπαθώντας να απελευθερωθώ από την πολιορκία των σκέψεων που με βασάνιζαν παίρνοντας μια απόφαση, η Dorothy πεταγόταν ξανά προς το μέρος μου. Τα χέρια μου κινήθηκαν αργά, τα πόδια μου αδράνησαν παίρνοντας λάθος θέση τη λάθος στιγμή. Δυο αβέβαιες αποκρούσεις πανικού κι έπειτα ένας φριχτός πόνος και μια τρελαμένη φωνή να φωνάζει το όνομά μου.

«Neviiiiille!!»…

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s